Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ



          Γεννήθηκε κάποτε ένα παιδάκι γύρω στο 1950. Ας τον ονομάσουμε Παντελή. Επειδή ήταν λίγο χαζό κατάφερε να τελειώσει μόνο το δημοτικό και μετά κουτσοδούλευε δεξιά κι αριστερά μπας και βγάλει λεφτά για να μπορεί να αγοράζει τσιγάρα. Όταν ήρθε η χούντα, το παιδάκι που είχε μεγαλώσει πλέον και είχε γίνει ολόκληρος μαντράχαλος, στην αρχή ήταν φοβισμένο με όλα αυτά που έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του. Καθώς περνούσε ο καιρός όμως κατάλαβε ότι μπορούσε να μπει κι αυτός μέσα στην κλίκα της χούντας και έτσι έγινε. Απλά θα ρουφιάνευε οποιοδήποτε έκανε οτιδήποτε, από το να παίζει χαρτιά μέχρι να λέει αρνητικά σχόλια για τους τότε «ηγέτες». Και έτσι είχε εξασφαλισμένα κάποια χρήματα όπως και κάποια μπόνους όπως π.χ. ένα τενεκέ λάδι το μήνα. Αλλά δεν του έφταναν αυτά και έτσι καμιά φορά, επειδή ήταν μεγάλη ψυχή, έδινε τον τενεκέ λάδι σε κάποιον πολίτη με ένα πολύ μικρό αντάλλαγμα, όπως ένα οικόπεδο. Κατά τη διάρκεια της χούντας γνώρισε πολύ σημαντικά πρόσωπα, χίτες, μπάτσους, στρατιωτικούς, παπάδες και δημιούργησε πολύ καλές φιλίες. Διδάχτηκε επίσης για τους φίλους του τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της κατοχής και το πόσο καλά παιδιά ήταν που πρόσεχαν τους Έλληνες σαν τα luger τους. Γι’ αυτό και είχε σπίτι του ένα πορτραίτο του Χίτλερ και μερικές σημαίες με αγκυλωτούς σταυρούς. Μετά έμαθε και για τα κομμούνια, αυτή την τρισάθλια φυλή ανθρώπων που έσφαζε κόσμο με σκουριασμένα κονσερβοκούτια και ότι για όλα τα κακά της ανθρωπότητας φταίνε αυτοί. Αυτοί και οι Εβραίοι.

          Με την πτώση της χούντας όμως όλα άλλαξαν. Ο Παντελής έπεσε σε κατάθλιψη για ένα μήνα. Δεν έβγαινε από το πολυτελέστατο σπίτι του ούτε για να πάει στην εκκλησία. Δεν ήξερε τι να κάνει. Απλά φιλοσοφούσε. Αναρωτιόταν πού όδευε ο κόσμος. Γιατί κάποιοι Έλληνες να μη θέλουν τη χούντα; Τι σκοτεινά συμφέροντα κρύβονται από πίσω; Αλλά ήταν σίγουρος ότι φταίγανε τα κομμούνια. Και οι Εβραίοι φυσικά. Ο Παντελής αποφάσισε να μην το βάλει κάτω. Είδε ότι πολλοί χουντικοί είτε ανέβηκαν στην εξουσία είτε είχαν ήδη βγάλει αρκετά χρήματα και στράφηκαν σε πιο επικερδείς εναλλακτικές. Γιατί να μην απευθυνόταν σε αυτούς; Γιατί να μη γλείψει καμιά χεσμένη ποδιά ή καμιά άπλυτη κωλοτρυπίδα; Νταξ, θα τους χρωστάει χάρες και χάρες αλλά δε συνουσιάζεται; Κάπου θα βολέψει το κωλαράκι του και αν είναι τυχερός και τα κωλαράκια των παιδιών του (σ.σ.: αν μόλις κάνατε παιδοφιλικές σκέψεις παρακαλώ όπως αυτοευνουχιστείτε. Ευχαριστώ!).

          Έτσι κι έκανε λοιπόν. Είχε γνωστό βουλευτή που τον είχε γνωρίσει στη χούντα. Ο Παντελής λύγισε και ξέσπασε σε λυγμούς καθώς θυμόταν εκείνες τις πανέμορφες στιγμές. Έτσι έγινε διευθυντής στην Π.Ο.Υ.Τ.Σ.Α., την Πανελλήνια Ομοσπονδία Υπεράσπισης Των Σάπιων Αμπελόφυλλων, μια ομοσπονδία που δεν υπήρξε ποτέ, παρόλα αυτά αυτός ήταν διευθυντής της με μηνιαίο μισθό που έφτανε τα 3500 χιλιάρικα. Νταξ’ δεν ήταν και το καλύτερο ποσό αλλά του ήταν αρκετό για να ζήσει μια ταπεινή ζωή.

          Λόγω του ότι δεν πήγαινε ποτέ στη δουλειά του αφού ουσιαστικά δεν είχε δουλειά σχεδόν κάθε πρωί ήταν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και έπινε καφέ με «τα παιδιά». Αλλά ήταν πάντα μαζί τους όταν τον χρειαζόντουσαν. Έβαζε φουλ φέις ή κράνος μηχανής, έπαιρνε και ένα ρόπαλο και πήγαινε μαζί με τα παιδιά να διαλύσουνε καμιά πορεία ή να δείρουνε κανα Αλβανό γιατί αυτοί οι πούστηδες παίρνανε όλες τις δουλειές που κανείς Έλληνας δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει έτσι κι αλλιώς οπότε να τους δείρουμε να πάνε στη χώρα τους γιατί είπαμε, μας παίρνουν τις δουλειές που δε θέλουμε να κάνουμε οι ίδιοι!

          Ο Παντελής γνώρισε μια υπέροχη γυναίκα, τη Μιμίκα και παντρευτήκανε. Σαν καλή χριστιανή η Μιμίκα δεν επέτρεπε στον Παντελή να βάζει ποτέ προφυλακτικό και φυσικά η μόνη επιτρεπόμενη στάση για σεξ ήταν γι’ αυτούς το ιεραποστολικό. Και αφού η Μιμίκα δεν έμαθε ποτέ να τα καταπίνει, ο Παντελής μια μέρα τη γκάστρωσε. Τα σπερματοζωάριά του ήταν όλα παντελώς ηλίθια, γνωστά και ως σπερματοζωάδια και έτσι το πιο ηλίθιο από αυτά κατάφερε και μπήκε σε ένα περίεργο ωάριο που ονομαζόταν τρολλάριο, το οποίο αντί να δέχεται τα πιο δυνατά δεχόταν τα πιο βλαμμένα.

          Εννιά μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα παιδάκι που ονομάστηκε Αλέξανδρος και πήρε το όνομά του από το Μέγα Αλέξανδρο μιας και ήταν ο μόνος αρχαίος που ήξερε ο Παντελής, τους οποίους αρχαίους υποτίθεται ότι θαύμαζε αλλά δεν είχε διαβάσει ποτέ του ιστορία και νόμιζε ότι το μόνο που κάνανε οι αρχαίοι ήταν να σφάζουν Πέρσες.

          Καθώς μεγάλωνε το παιδάκι, ο Παντελής φρόντισε να του μάθει από νωρίς ότι δεν του μαθαίνανε στο σχολείο. Κυρίως για τα βρωμερά κομμούνια, για τους κακούς Εβραίους και για την καλή χούντα. Φρόντισε από νωρίς να τον κάνει μέλος της νεολαίας του ΠΑΣΟΚ και της νεολαίας της Νου Δυο, ανάλογα πιο κόμμα κυβερνούσε κάθε φορά. Όμως ο Αλέξανδρος επειδή ήταν τιτανοτεράστιο επαναστατικό μυαλό, ανακάλυψε ένα κόμμα που ταίριαζε πιο πολύ σε αυτά που του είχε μάθει ο πατέρας του, τη Χρυσή Αυγή. Βέβαια, εννοείται ότι ήταν ακόμα γραμμένος στα δυο μεγάλα κόμματα γιατί ήξερε ότι κάποια στιγμή που θα αποφάσιζε να «δουλέψει» θα έκανε παρακάλια πάλι ο πατέρας του να τον χώνανε σε καμιά υπηρεσία της πούτσας για να μπορεί να συντηρεί το τσουτσουνάκι του με Βουλγάρες πουτάνες που τόσο πολύ τις μισούσε λόγω καταγωγής και γι’ αυτό έλεγε ότι τις γαμούσε, γιατί μόνο γι’ αυτό χρησίμευαν.

          Τα χρόνια περνούσαν, πατέρας και γιος κρατούσαν μια τη σημαία της ΝουΔου, μια του ΠΑΣΟΚ, είχαν βολευτεί και οι δυο σε θέσεις για να παίρνουν λεφτά χωρίς να ιδρώνει το κωλαράκι τους και όλα κυλούσαν ομαλά. Μια μέρα όμως και παρά τα λόγια του Γιωργάκη ότι «λεφτά υπάρχουν», τον οποίο υποστήριζαν με σθένος, έσκασε μύτη μια κυρία, γνωστή και ως οικονομική κρίση η οποία έφερε τα πάνω κάτω. Πατέρας και γιος βρέθηκαν να χάνουν και οι δυο τις δουλειές που δεν είχαν αλλά πληρώνονταν γι’ αυτές και παρά τα όποια παρακάλια και τα όσα κάτουρα ήπιαν από τους γνωστούς τους βο(υ)λευτές δεν κατάφεραν κάτι. Θέλανε πλέον αυτοί να βολέψουν άλλους δικούς τους. Σιγά σιγά φούντωνε κάτι μέσα τους, μια φλόγα, μια δίψα για εκδίκηση, να πάρουν πίσω αυτά που τους έκλεψαν μετά από τόσα χρόνια στη βιοπάλη.

          Αρχικά στράφηκαν προς τον Καρατζαφύρερ όμως γρήγορα κατάλαβαν ότι ήταν πολύ φλώρος γι’ αυτούς. Δεν ήταν αρκετά ικανός. Ούτε καν μετανάστες δε σκότωνε. Τι κατάσταση ήταν αυτή; Ντροπή και αίσχος για κάποιον που δήλωνε δεξιάρα του κερατά. Η λύση όμως βρέθηκε. Ο Αλέξανδρος μίλησε στον πατέρα του για τη Χρυσή Αυγή και όλα αυτά τα οποία είχε κατορθώσει σαν παρακράτος. Ο πατέρας του πείστηκε ότι αυτή ήταν τελικά η λύση που χρειάζεται η χώρα για να πάει μπροστά, δηλαδή πίσω, στα υπέροχα χρόνια της χούντας. Γράφτηκαν αμφότεροι στο κόμμα της Χρυσής Αυγής και πλέον παλεύουν ο καθένας με το δικό του τρόπο για τη μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται αυτή η χώρα. Τη μια τραμπουκίζουν κόσμο, την άλλη σκοτώνουν αλλοδαπούς, κάνουν τουλούμι στο ξύλο αναρχικούς και αριστερούς, συνεργάζονται με την αστυνομία για να διαλύουν πορείες και γενικά όλα αυτά τα ωραία που έκανε ο Παντελής μικρός και τόσο του είχαν λείψει. Πάντα βέβαια με μεγάλη παρέα γιατί τους πάει ΝΑ να πηγαίνουν ένας με έναν.

          Ο Αλέξανδρος βλέπει τον πατέρα του να θυμάται τα παλιά, τον βλέπει να συγκινείται και συγκινείται και αυτός με τη σειρά του. Μαζεύονται μαζί με άλλους χρυσαυγίτες παρέα και λένε ιστορίες από τη χούντα και τους Γερμανοναζί, οι εκπρόσωποί τους βγάζουν πύρινους λόγους, μαθαίνουν για το πόσο σπουδαίοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, θεωρούν σπουδαιότερο Έλληνα το Μέγα Αλέξανδρο, νομίζουν ότι ο χριστιανισμός έχει άμεση σχέση με τον ελληνισμό και πείθονται ότι είναι σπουδαίοι σαν τους αρχαίους. Στο τέλος υψώνουν τη δεξιά κάνοντας το γνωστό χαιρετισμό που δεν έχει εννοείται καμία σχέση με τους ναζί, ήταν πάντα αρχαιοελληνικός χαιρετισμός και νιώθουν περήφανοι για την πράξη τους αυτή.

          Έτσι, συνεχίζουν το θεάρεστο έργο τους μέχρι να ανατραπεί η τωρινή κυβέρνηση, να αναλάβουν αυτοί και να πάρουν πίσω και την Πόλη……