Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ



          Γεννήθηκε κάποτε ένα παιδάκι γύρω στο 1950. Ας τον ονομάσουμε Παντελή. Επειδή ήταν λίγο χαζό κατάφερε να τελειώσει μόνο το δημοτικό και μετά κουτσοδούλευε δεξιά κι αριστερά μπας και βγάλει λεφτά για να μπορεί να αγοράζει τσιγάρα. Όταν ήρθε η χούντα, το παιδάκι που είχε μεγαλώσει πλέον και είχε γίνει ολόκληρος μαντράχαλος, στην αρχή ήταν φοβισμένο με όλα αυτά που έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του. Καθώς περνούσε ο καιρός όμως κατάλαβε ότι μπορούσε να μπει κι αυτός μέσα στην κλίκα της χούντας και έτσι έγινε. Απλά θα ρουφιάνευε οποιοδήποτε έκανε οτιδήποτε, από το να παίζει χαρτιά μέχρι να λέει αρνητικά σχόλια για τους τότε «ηγέτες». Και έτσι είχε εξασφαλισμένα κάποια χρήματα όπως και κάποια μπόνους όπως π.χ. ένα τενεκέ λάδι το μήνα. Αλλά δεν του έφταναν αυτά και έτσι καμιά φορά, επειδή ήταν μεγάλη ψυχή, έδινε τον τενεκέ λάδι σε κάποιον πολίτη με ένα πολύ μικρό αντάλλαγμα, όπως ένα οικόπεδο. Κατά τη διάρκεια της χούντας γνώρισε πολύ σημαντικά πρόσωπα, χίτες, μπάτσους, στρατιωτικούς, παπάδες και δημιούργησε πολύ καλές φιλίες. Διδάχτηκε επίσης για τους φίλους του τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της κατοχής και το πόσο καλά παιδιά ήταν που πρόσεχαν τους Έλληνες σαν τα luger τους. Γι’ αυτό και είχε σπίτι του ένα πορτραίτο του Χίτλερ και μερικές σημαίες με αγκυλωτούς σταυρούς. Μετά έμαθε και για τα κομμούνια, αυτή την τρισάθλια φυλή ανθρώπων που έσφαζε κόσμο με σκουριασμένα κονσερβοκούτια και ότι για όλα τα κακά της ανθρωπότητας φταίνε αυτοί. Αυτοί και οι Εβραίοι.

          Με την πτώση της χούντας όμως όλα άλλαξαν. Ο Παντελής έπεσε σε κατάθλιψη για ένα μήνα. Δεν έβγαινε από το πολυτελέστατο σπίτι του ούτε για να πάει στην εκκλησία. Δεν ήξερε τι να κάνει. Απλά φιλοσοφούσε. Αναρωτιόταν πού όδευε ο κόσμος. Γιατί κάποιοι Έλληνες να μη θέλουν τη χούντα; Τι σκοτεινά συμφέροντα κρύβονται από πίσω; Αλλά ήταν σίγουρος ότι φταίγανε τα κομμούνια. Και οι Εβραίοι φυσικά. Ο Παντελής αποφάσισε να μην το βάλει κάτω. Είδε ότι πολλοί χουντικοί είτε ανέβηκαν στην εξουσία είτε είχαν ήδη βγάλει αρκετά χρήματα και στράφηκαν σε πιο επικερδείς εναλλακτικές. Γιατί να μην απευθυνόταν σε αυτούς; Γιατί να μη γλείψει καμιά χεσμένη ποδιά ή καμιά άπλυτη κωλοτρυπίδα; Νταξ, θα τους χρωστάει χάρες και χάρες αλλά δε συνουσιάζεται; Κάπου θα βολέψει το κωλαράκι του και αν είναι τυχερός και τα κωλαράκια των παιδιών του (σ.σ.: αν μόλις κάνατε παιδοφιλικές σκέψεις παρακαλώ όπως αυτοευνουχιστείτε. Ευχαριστώ!).

          Έτσι κι έκανε λοιπόν. Είχε γνωστό βουλευτή που τον είχε γνωρίσει στη χούντα. Ο Παντελής λύγισε και ξέσπασε σε λυγμούς καθώς θυμόταν εκείνες τις πανέμορφες στιγμές. Έτσι έγινε διευθυντής στην Π.Ο.Υ.Τ.Σ.Α., την Πανελλήνια Ομοσπονδία Υπεράσπισης Των Σάπιων Αμπελόφυλλων, μια ομοσπονδία που δεν υπήρξε ποτέ, παρόλα αυτά αυτός ήταν διευθυντής της με μηνιαίο μισθό που έφτανε τα 3500 χιλιάρικα. Νταξ’ δεν ήταν και το καλύτερο ποσό αλλά του ήταν αρκετό για να ζήσει μια ταπεινή ζωή.

          Λόγω του ότι δεν πήγαινε ποτέ στη δουλειά του αφού ουσιαστικά δεν είχε δουλειά σχεδόν κάθε πρωί ήταν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και έπινε καφέ με «τα παιδιά». Αλλά ήταν πάντα μαζί τους όταν τον χρειαζόντουσαν. Έβαζε φουλ φέις ή κράνος μηχανής, έπαιρνε και ένα ρόπαλο και πήγαινε μαζί με τα παιδιά να διαλύσουνε καμιά πορεία ή να δείρουνε κανα Αλβανό γιατί αυτοί οι πούστηδες παίρνανε όλες τις δουλειές που κανείς Έλληνας δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει έτσι κι αλλιώς οπότε να τους δείρουμε να πάνε στη χώρα τους γιατί είπαμε, μας παίρνουν τις δουλειές που δε θέλουμε να κάνουμε οι ίδιοι!

          Ο Παντελής γνώρισε μια υπέροχη γυναίκα, τη Μιμίκα και παντρευτήκανε. Σαν καλή χριστιανή η Μιμίκα δεν επέτρεπε στον Παντελή να βάζει ποτέ προφυλακτικό και φυσικά η μόνη επιτρεπόμενη στάση για σεξ ήταν γι’ αυτούς το ιεραποστολικό. Και αφού η Μιμίκα δεν έμαθε ποτέ να τα καταπίνει, ο Παντελής μια μέρα τη γκάστρωσε. Τα σπερματοζωάριά του ήταν όλα παντελώς ηλίθια, γνωστά και ως σπερματοζωάδια και έτσι το πιο ηλίθιο από αυτά κατάφερε και μπήκε σε ένα περίεργο ωάριο που ονομαζόταν τρολλάριο, το οποίο αντί να δέχεται τα πιο δυνατά δεχόταν τα πιο βλαμμένα.

          Εννιά μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα παιδάκι που ονομάστηκε Αλέξανδρος και πήρε το όνομά του από το Μέγα Αλέξανδρο μιας και ήταν ο μόνος αρχαίος που ήξερε ο Παντελής, τους οποίους αρχαίους υποτίθεται ότι θαύμαζε αλλά δεν είχε διαβάσει ποτέ του ιστορία και νόμιζε ότι το μόνο που κάνανε οι αρχαίοι ήταν να σφάζουν Πέρσες.

          Καθώς μεγάλωνε το παιδάκι, ο Παντελής φρόντισε να του μάθει από νωρίς ότι δεν του μαθαίνανε στο σχολείο. Κυρίως για τα βρωμερά κομμούνια, για τους κακούς Εβραίους και για την καλή χούντα. Φρόντισε από νωρίς να τον κάνει μέλος της νεολαίας του ΠΑΣΟΚ και της νεολαίας της Νου Δυο, ανάλογα πιο κόμμα κυβερνούσε κάθε φορά. Όμως ο Αλέξανδρος επειδή ήταν τιτανοτεράστιο επαναστατικό μυαλό, ανακάλυψε ένα κόμμα που ταίριαζε πιο πολύ σε αυτά που του είχε μάθει ο πατέρας του, τη Χρυσή Αυγή. Βέβαια, εννοείται ότι ήταν ακόμα γραμμένος στα δυο μεγάλα κόμματα γιατί ήξερε ότι κάποια στιγμή που θα αποφάσιζε να «δουλέψει» θα έκανε παρακάλια πάλι ο πατέρας του να τον χώνανε σε καμιά υπηρεσία της πούτσας για να μπορεί να συντηρεί το τσουτσουνάκι του με Βουλγάρες πουτάνες που τόσο πολύ τις μισούσε λόγω καταγωγής και γι’ αυτό έλεγε ότι τις γαμούσε, γιατί μόνο γι’ αυτό χρησίμευαν.

          Τα χρόνια περνούσαν, πατέρας και γιος κρατούσαν μια τη σημαία της ΝουΔου, μια του ΠΑΣΟΚ, είχαν βολευτεί και οι δυο σε θέσεις για να παίρνουν λεφτά χωρίς να ιδρώνει το κωλαράκι τους και όλα κυλούσαν ομαλά. Μια μέρα όμως και παρά τα λόγια του Γιωργάκη ότι «λεφτά υπάρχουν», τον οποίο υποστήριζαν με σθένος, έσκασε μύτη μια κυρία, γνωστή και ως οικονομική κρίση η οποία έφερε τα πάνω κάτω. Πατέρας και γιος βρέθηκαν να χάνουν και οι δυο τις δουλειές που δεν είχαν αλλά πληρώνονταν γι’ αυτές και παρά τα όποια παρακάλια και τα όσα κάτουρα ήπιαν από τους γνωστούς τους βο(υ)λευτές δεν κατάφεραν κάτι. Θέλανε πλέον αυτοί να βολέψουν άλλους δικούς τους. Σιγά σιγά φούντωνε κάτι μέσα τους, μια φλόγα, μια δίψα για εκδίκηση, να πάρουν πίσω αυτά που τους έκλεψαν μετά από τόσα χρόνια στη βιοπάλη.

          Αρχικά στράφηκαν προς τον Καρατζαφύρερ όμως γρήγορα κατάλαβαν ότι ήταν πολύ φλώρος γι’ αυτούς. Δεν ήταν αρκετά ικανός. Ούτε καν μετανάστες δε σκότωνε. Τι κατάσταση ήταν αυτή; Ντροπή και αίσχος για κάποιον που δήλωνε δεξιάρα του κερατά. Η λύση όμως βρέθηκε. Ο Αλέξανδρος μίλησε στον πατέρα του για τη Χρυσή Αυγή και όλα αυτά τα οποία είχε κατορθώσει σαν παρακράτος. Ο πατέρας του πείστηκε ότι αυτή ήταν τελικά η λύση που χρειάζεται η χώρα για να πάει μπροστά, δηλαδή πίσω, στα υπέροχα χρόνια της χούντας. Γράφτηκαν αμφότεροι στο κόμμα της Χρυσής Αυγής και πλέον παλεύουν ο καθένας με το δικό του τρόπο για τη μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται αυτή η χώρα. Τη μια τραμπουκίζουν κόσμο, την άλλη σκοτώνουν αλλοδαπούς, κάνουν τουλούμι στο ξύλο αναρχικούς και αριστερούς, συνεργάζονται με την αστυνομία για να διαλύουν πορείες και γενικά όλα αυτά τα ωραία που έκανε ο Παντελής μικρός και τόσο του είχαν λείψει. Πάντα βέβαια με μεγάλη παρέα γιατί τους πάει ΝΑ να πηγαίνουν ένας με έναν.

          Ο Αλέξανδρος βλέπει τον πατέρα του να θυμάται τα παλιά, τον βλέπει να συγκινείται και συγκινείται και αυτός με τη σειρά του. Μαζεύονται μαζί με άλλους χρυσαυγίτες παρέα και λένε ιστορίες από τη χούντα και τους Γερμανοναζί, οι εκπρόσωποί τους βγάζουν πύρινους λόγους, μαθαίνουν για το πόσο σπουδαίοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, θεωρούν σπουδαιότερο Έλληνα το Μέγα Αλέξανδρο, νομίζουν ότι ο χριστιανισμός έχει άμεση σχέση με τον ελληνισμό και πείθονται ότι είναι σπουδαίοι σαν τους αρχαίους. Στο τέλος υψώνουν τη δεξιά κάνοντας το γνωστό χαιρετισμό που δεν έχει εννοείται καμία σχέση με τους ναζί, ήταν πάντα αρχαιοελληνικός χαιρετισμός και νιώθουν περήφανοι για την πράξη τους αυτή.

          Έτσι, συνεχίζουν το θεάρεστο έργο τους μέχρι να ανατραπεί η τωρινή κυβέρνηση, να αναλάβουν αυτοί και να πάρουν πίσω και την Πόλη……

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΚΕΪΤ ΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΟΥΝ



          Ψαγμένος τίτλος, όχι μαλακίες! Όπως πολύ καλά δεν κατάλαβε κανείς σας, το μπλογκ είχε φύγει για διακοπές. Χώρια που αυτό το deus ex δεν τερματιζόταν με τίποτε! Νόμιζα ότι θα το έπαιζα μέχρι να πεθάνει ο Μητσοτά… αυτός! Τι τεράστιο και τιτανοτεράστιο παιχνίδι!

Οι δυο «ειδήσεις» που είδα είναι τουλάχιστον μιας με δυο βδομάδες και το είχα παρατήσει το κείμενο στη μέση, αλλά το συνεχίζω τώρα, δε γαμιέται. Φεύγω που λέτε κάποια μέρα από τη δουλειά και περνάω από το πατρικό να φάω παστίτσιο γιατί πώς να το κάνουμε, παστίτσιο είναι αυτό, δεν μπορείς να το αφήσεις, είναι τόσο θεϊκό που θα έφτανε ακόμα και το πιλάφι αν αυτό δεν ήταν ακόμα πιο θεϊκό και από κάτι θεϊκό. Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πιλάφια. Ούτε τα παστίτσια. Βάζω φαΐ και κάθομαι στην τηλεόραση μιας και σπίτι μου δεν έχω, δε βλέπω ποτέ και πολύ μου αρέσει! Την ανοίγω και βάζω «ειδήσεις». Δυο θέματα είδα. Ένα με την Κέιτ Μος (πιτ), μοντέλο για όσους δε γνωρίζουν και ένα με το Μαραντόνα, τον οποίο ξέρουν όλοι οπότε δεν εξηγώ. Και όχι, δεν ήταν του (Που)Star οι ειδήσεις.

          Πρώτο θέμα που πέτυχα ήταν η Κέιτ Μος. Απ’ ότι κατάλαβα (γιατί έτρωγα παστίτσιο, και όταν τρως παστίτσιο όσο να να ‘ναι τον χάνεις λίγο τον κόσμο γύρω σου) αυτή εμφανίστηκε μεθυσμένη ή μαστουρωμένη (καλά ρε, έχετε ξανακούσει μοντέλο να παίρνει ναρκωτικά; Όταν μια στο τόσο το ακούω μου πέφτει το σαγόνι, αδυνατώ να το πιστέψω!!) σε ένα αεροδρόμιο, πέρασε τους πάντες που περίμεναν στο τσεκ ιν, έφτασε μπροστά και απαίτησε να ταξιδέψει. Τσάμπα! «Κυρία» Κέιτ Μος, που δε θα διαβάσεις ποτέ αυτά που γράφω εδώ, και στ’ αρχίδια μου κιόλας, δυο λέξεις έχω να σου πω μόνο:


ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ!


          Όπως επίσης ακόμα ένα μεγαλύτερο άντε γαμήσου με μέγεθος γραμματοσειράς 48 και μπολντ και δε συμμαζευόμαστε απλά βαριέμαι τώρα να το κάνω, σε όλους τους πλουσιοδιάσημους σαν αυτή τη βρωμιάρα που νομίζουν ότι έχουν παραπάνω δικαιώματα από τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς μόνο και μόνο επειδή έχουν φήμη και φράγκα. 

          Ένα ακόμα άντε γαμήσου στους μαλάκες που δουλεύουν εκεί που την άφησαν τελικά να ταξιδέψει, τσάμπα εννοείται, ενώ αυτή πήγε με τον τσαμπουκά και τις φωνές να περάσει τους πάντες γιατί είναι διάσημη. Και σας ερωτώ: «Αν πήγαινα εγώ πιωμένος ή μαστουρωμένος, τους έγραφα όλους στην πούτσα μου, περνούσα νταηλίκι απ’ όλους και απαιτούσα να μπω τσάμπα στο αεροπλάνο, τι θα μου κάνατε;». Θα με μπουζουριάζατε, θα φωνάζατε την αστειονομία να με μαζέψει και στην τελική μπορεί να έτρωγα και καμιά ψιλή επειδή δεν κάθομαι στ’ αυγά μου. Αλλά όχι, η άλλη η ψώλα είναι γνωστή, πρέπει να της φερθούμε καλά γιατί μπορεί να έχουμε τα κανάλια μετά να μας ρωτάνε «μα γιατί δεν αφήσατε την καλόκαρδη κυρία Μος να ταξιδέψει τσάμπα, αυτή που έχει κάνει τόσα καλά για την ανθρωπότητα όπως το να κουνάει τον κώλο της πάνω κάτω σε πασαρέλες;». Γαμιέστε πατόκορφα όλοι σας!



          Και η επόμενη «είδηση» αφορούσε το Μαραντόνα. Απ’ όσο θυμάμαι κάτι είχε παιχτεί με το σπίτι του πατέρα του ή με τον πατέρα του τον ίδιο και τον βρήκαν οι δημοσιογράφοι σε ένα φαγάδικο και αυτός προσπαθούσε να απαντήσει όντας τέρμα μεθυσμένος ή τέρμα μαστουρωμένος, δεν ξέρω. Και να ακούς «πάλι ο Μαραντόνα μεθυσμένος/μαστουρωμένος», «τι κατάντια είναι αυτή», «ντροπή του» και άλλα τέτοια. Ρε μουνιά δημοσιοκάφροι, πάτε και την πέφτετε σε κάποιον μετά το φαΐ του με το ζόρι και τον αρχίζετε στις ερωτήσεις, οι οποίες πραγματικά δεν ενδιαφέρουν κανέναν και μετά αρχίζετε να τον κράζετε επειδή ήταν πιωμένος/μαστουρωμένος; Πρώτον, στη Μπούτσα μας, δεύτερον, και δεν ισχύει μόνο για το Μαραντόνα αλλά γενικά, αντί να κοιτάμε τη δουλειά του καθενός (οκ, αυτουνού ήταν η μπάλα), κοιτάμε και κρίνουμε το πόσο πίνει ή το πόσα γραμμάρια σκόνης χωράνε στη μύτη του;

          Ο Μαραντόνα ποτέ δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τους δημοσιογράφους, γι’ αυτό και αυτοί τον κυνηγούσανε σε ότι κι αν έκανε στην έξω ζωή του, πιστεύω δεν πήρε ποτέ χρυσή μπάλα επειδή τον μισούσανε που δεν ήταν όπως έπρεπε στα κανάλια και γενικά προσπαθούσαν να τον γαμήσουν όπου έβρισκαν.

          Αυτό το λέω για τους πάντες και όχι μόνο για το Μαραντόνα, που στην πούτσα μου τι έκανε έξω απ’ το γήπεδο αν δεν πείραζε κανέναν, σταματήστε να ασχολείστε με το τι κάνει ο άλλος έξω από τη δουλειά του και αρχίστε να ασχολείστε με το αν κάνει καλά τη δουλειά του ή όχι. Αντί οι δημοσιοκάφροι να μας δείξουν τα σκατά που δημιούργησε ο Γιωργάκης σε αυτήν την κωλοχώρα μας δείχνουν που πήγε διακοπές και πόσες φορές έπεσε από το ποδήλατό του. Ασταδιάλα!



Υ.Γ.: Επιστρέψαμε και ετοιμάζονται και άλλα κείμενα για να έχετε να διαβάζετε και να με μουτζώνετε για τις μαλακίες που γράφω!

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΑΧΟΥ ΤΟ ΜΩΡΕ



Άχου το μωρέ που παρεξηγείται τόσο εύκολα.

Άχου το μωρέ που παρεξηγείται επειδή του θίξαμε την αγαπημένη του μουσική. Συγνώμη που εμείς οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί δεν ακούμε όλοι την υπέρτατη μουσική που έχεις διαλέξει εσύ για να ψυχαγωγείσαι.

Άχου το μωρέ που του θίξαμε τον αγαπημένο του καλλιτέχνη / ποδοσφαιριστή / είδωλο / γουατέβερ.

Άχου το μωρέ και το χριστιανόπουλο που δεν μπορεί να δεχτεί ένα αστείο για τη θρησκεία του επειδή του προσβάλλουμε αυτά που θεωρεί «ιερά». Κρίμα για σένα να μην είμαστε σαν κάποιες ισλαμικές χώρες να καίμε βιβλία (όπα, το έχουμε κάνει), να κάνουμε πορείες επειδή θιχτήκαμε για κάτι (όπα, κι αυτό το έχουμε κάνει), να βάζουμε φυλακή όσους μας «προσβάλλουν» (σκατά, κι αυτό το έχουμε κάνει), να καίμε τέλος πάντων καμιά πρεσβεία και στην ανάγκη να λιθοβολούμε κάποιον επειδή τόλμησε να μας προσβάλλει τα ιερά. Για μένα ιεροί είναι οι Judas Priest, για κάποιον άλλον ο Ολυμπιακός, για κάποιον άλλον οι μπριζόλες στα κάρβουνα, για κάποιον η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, δεν υπάρχει κάτι αντικειμενικά ιερό, πάρτε το χαμπάρι.

Άχου το μωρέ που θίχτηκε επειδή είναι χοντρός και κάποιοι τολμάνε να κάνουν αστεία με χοντρούς. Ωραία λοιπόν, εμένα με ενοχλεί που κάνουν αστεία για κοντούς, για αλκοολικούς και για μαύρους επειδή το καλοκαίρι γίνομαι πιο μαύρος και απ’ το μαύρο μαρκαδόρο που έχω εδώ δίπλα μου. Άλλους τους ενοχλούν τα αστεία για ανάπηρους, άλλους τα αστεία για το περιβάλλον, ο καθένας μπορεί να ενοχλείται για κάτι. Ξέρετε κάτι; ΣΤ’ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΑΣ! Αν δεν μπορείτε να δεχτείτε ένα αστείο να πα να γαμηθείτε!

Άχου το μωρέ που του θίξαμε τη χώρα. Δε σου αρέσει όταν κάποιοι κοροϊδεύουν για κάποιο λόγο την Ελλάδα; Απαντάς με φράσεις κλισέ και αηδίας του τύπου «όταν οι άλλοι ανακάλυπταν το κρέας, εμείς είχαμε ήδη χοληστερίνη και 5 είδη ζώων έτοιμα προς εξαφάνιση»; Όταν όμως εσύ παπάρα κοροϊδεύεις άλλες χώρες για κάτι που έχουν ή κάνουν είναι όλα κομπλέ, ρόδινα, με κορδελίτσες, μονόκερους και ουράνια τόξα ε; Οι άλλοι όμως απαγορεύεται να πουν οτιδήποτε για τη χώρα σου γιατί ξαφνικά γινόμαστε πατριώτες και πως τολμάει ο άπλυτος, ο βάρβαρος, ο ούρουκ-χάι να λέει έστω και το παραμικρό για την Ελλαδάρα μας! Και εννοείται ότι όποιος Έλληνας πει κάτι αρνητικό για την Ελλάδα αυτομάτως είναι αριστερός, κομμουνιστής, αναρχοάπλυτος, ανθέλληνας και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο!

Άχου το μωρέ που βρίσκει όλα τα βίντεα του Τάδε Ταδόπουλου ωραία και αστεία ή τα κείμενα του Δείνα Δεινόπουλου ακόμα πιο ωραία και αστεία αλλά μόλις θίξει ένα θέμα που τον τσούζει και δεν του αρέσει αμέσως αρχίζει τα «Τι μαλακίες είναι αυτές που λες; Ανσαμπσκράιμπ! Δε σε ξαναδιαβάζω! Δε ξαναβλέπω βίντεό σου, έτσι κι αλλιώς όλο παπαριές λες! Να πα να γαμηθείς με μολυσμένα σκουπόξυλα! Γαμώ τη μαμάκα σου, τη θεία σου και 2-3 συγγενείς σου ακόμα, άμα σε πετύχω μπροστά μου θα σου κάνω τη μούρη κιμά για κεφτεδάκια! Πώς τολμάς να μιλάς για κάτι που αρέσει σε ΕΜΕΝΑ!;!;». Να το ξέρουμε ρε φίλε, να μας λες τι σου αρέσει ΕΣΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ να ξέρουμε τι να λέμε και τι όχι.

Άχου το μωρέ που νευριάζει όταν του λένε κάποια αρνητικά για τα πολιτικά του πιστεύω και αντί να τα υποστηρίξει κάθεται και λέει τα αρνητικά των άλλων μάλλον επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να σκεφτεί θετικά για τα δικά του.

Άχου το μωρέ που δε συμφωνεί με τις απόψεις κάποιου άλλου και γι’ αυτό το λόγο αποφασίζει να τον βρίζει χωρίς να προβάλλει ο ίδιος επιχειρήματα. Δε γίνεται να συμφωνούμε όλοι σε όλα. ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ! Αλλιώς θα συμφωνούσαν όλοι μαζί μου που ως γνωστόν έχω πάντα δίκιο και είστε λάθος αν νομίζετε κάτι άλλο. Βέβαια ούτε εγώ συμφωνώ με τις απόψεις μου καμιά φορά αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΤΡΟΛΛΑΡΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ



ΔΙΣΚΛΕΪΜΕΡ: Δε μ’ αρέσει ο Λειβαδίτης. Δε μ’ αρέσει γενικά η ποίηση με μόνη πιθανή εξαίρεση τον Ελύτη. Δε θέλω να μειώσω με τίποτα τον άνθρωπο ο οποίος στον τομέα του είναι αναγνωρισμένος και πολύ καλός απ’ ότι ξέρω. ΑΛΛΑ έχει γίνει της μόδας όλοι να ανεβάζουν ποιήματά του λες και δεν υπάρχει κάποιος άλλος. Έχει γίνει ο ροκ σταρ της ποίησης.  Από αυτούς που διαβάζουν ποίηση, οκ, το καταλαβαίνω, αλλά υπάρχουν και άτομα τα οποία δεν μπορούν να γράψουν ούτε το όνομά τους σωστά αλλά θα copypastάρουν ένα ποίημα του Λειβαδίτη για να το παίξουν ψαγμένοι μπας και ψαρώσουν καμιά γκόμενα. Υπάρχουν γκόμενες που τα μόνα τους ενδιαφέροντα είναι οι τρίχες στα μαλλιά και το καινούριο φόρεμα της Τζένιφερ Άνιστον αλλά υποτίθεται ότι τους αρέσει ο Λειβαδίτης. Άμα τους γράψεις ένα ποίημα δε θα συγκινηθούνε, αλλά άμα πεις ότι είναι του Λειβαδίτη αμέσως θα σου πούνε «αχ, τι γλυκό!». Αν και εσείς ξέρετε τέτοια άτομα και συναντήσετε κάποιο από τα ποιήματα που θα γράψω εδώ, να τους δώσετε τις απαντήσεις που θα σας δώσω και μην ανησυχείτε, είναι τόσο βλάκες που δε θα ξέρουν να απαντήσουν, το πολύ πολύ να σας πούνε «άντε ρε βλάκα!» ή να σβήσουν το σχόλιό σας γιατί τους χαλάσει το ίματζ στο φέισμπουκ. Με κόκκινα θα σχολιάζω. Η ανάρτηση αυτή είναι αφιερωμένη στο Χωστήρα και τον Ταβανία (το μέγιστο ποιητή του κουλ έαρ) επειδή η προηγούμενη ήταν του κώλου.


1.
Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου (και που ξέρεις πού τα είχε πριν;),
Της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν για μένα (τα γόνατα δε γεννάνε)
Να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου (είσαι αηδιαστικός!),
Να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες (μπορείς απλά να πάρεις ένα στριγκάκι της, είναι πιο εύκολο).
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα (χεχε, μαλάκα, σου πηδάω την πρώην!),
Να του χαμογελάσω που του δόθηκε μια τόσο ατελείωτη ευτυχία (πού το ξέρεις; Μπορεί να ήταν μια σκύλα μαζί του και ο άνθρωπος να υπέφερε).


2.
Θυμάσαι, αλήθεια, ένα βράδυ που καθόμαστε στο παράθυρο
Μακριά ένα γραμμόφωνο, κι ακούγαμε δίχως να μιλάμε (ε, όλη την ώρα μαζί τι σκατά να λέμε συνέχεια;).
Είπες: ας μην έχουμε γραμμόφωνο, κι ας μη βάλανε αυτή την πλάκα του για μας (λέμε όμως και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα).
Όμως αυτό το σιγαλό τραγούδι είναι δικό μας (ποιο είναι; Η μπαλάντα των παιδεραστών;). Κι αυτό το βράδυ είναι δικό μας (πιο κλισέ ατάκα να πεις στη γκόμενά / στο γκόμενό σου έβερ!).
Και κείνο το άστρο, εκεί, κατάδικό μας. Έτσι είχες πει (πάλι πιωμένη ήσουν μωρή, όσο και να σ’ αρέσει ένα «φωτάκι» μέσα στη νύχτα, άλλο τόσο αρέσει και σε άλλες 193498767 γυναίκες και δεν ξέρεις και γρι από άστρα εκτός του ότι είναι «ρομαντικά» για κάποιον ανεξήγητο λόγο).
Μιλάς σαν ποιητής αγάπη μου, έκανα ξαφνιασμένος (μάλλον δεν κατάλαβα, πως ήμουν κι εγώ πιωμένος – ορίστε ρε μαλάκες, κάνω και ομοιοκαταληξία).
Πέρασες τα όμορφα μπράτσα σου γύρω από το λαιμό μου και με φίλησες. Όπως εσύ μονάχα ξέρεις να φιλάς (ωραία, σκέφτομαι, θα ζμπρώξουμε σήμερα).
Έλα λοιπόν, μην κλαις.
Έτσι μ’ αρέσεις, να χαμογελάς.
Εμείς θα ζήσουμε, αγαπημένη μου, και θα νικήσουμε. Ό,τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε (ποιοι; Οι Τούρκοι; Δε σας αφήνουν οι γονείς σας να πηδιόσαστε;).
Μια μέρα θα ξαναβρεθούμε.
Θ’ αγοράσουμε τότε κι εμείς ένα δικό μας γραμμόφωνο και θα το βάζουμε να παίζει όλη την ώρα (μην αγχώνεσαι, έχουν εφευρεθεί τα άι ποντ). Ναι, αγάπη μου, θα κάτσουμε κιόλας στο παράθυρο κοντά κοντά (και θα ακούμε τους κάγκουρες με τα αμάξια τους να περνάνε με Παντελίδη στο φουλ).
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Και τότε όλα τα βράδια κι όλα τα άστρα κι όλα τα τραγούδια θα ‘ναι δικά μας (βρωμοεγωιστές!, αφήστε και κάτι για τους άλλους).





3.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου (προτιμάς δηλαδή να ζήσεις ένα λεπτό; Ούτε σεξ δε θα προλάβεις να κάνεις, όσο γρήγορα και αν τελειώνεις!).


4.
Ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα (εγώ μια φορά είχα δει ότι ήμουν με μια ξαδέρφη μου δυο ομόσημοι αριθμοί και μας κυνηγούσαν κάποιοι ετερόσημοι. Ήταν στις πανελλήνιες τότε από το διάβασμα μαθηματικών. Φαντάζεσαι να έβγαινε αληθινό; Θα γεμίζαμε ακόμα περισσότερα νούμερα!).


5.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια (οπότε μάλλον σκότωσες κανέναν για να πας ισόβια, οπότε μάλλον ζώο θα λέγεσαι αντί για άνθρωπος)
Μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντα την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο (μπα, μάλλον γυμνές γκόμενες θα θυμάσαι και θα ζωγραφίζεις στον τοίχο δυο κύκλους με κιμωλία για να νομίζεις ότι είναι βυζιά και θα τον παίζεις).
Εσύ και μεσ’ απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου θα συνεχίσεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία (μάλλον ο δεσμοφύλακας θα σου απαντήσει και θα σου πει να βγάλεις το σκασμό και να μην κάνεις φασαρία αλλιώς θα σε τουλουμιάσει στο ξύλο. Αν πάλι σου απαντήσει η Ισπανία να ξέρεις ότι τα ναρκωτικά δεν κάνουν καλό ούτε στη φυλακή).
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θα αρχίζουνε στον κόσμο (αλλά εσύ ούτε θα το ξέρεις ούτε θα τους βλέπεις αφού θα σαπίζεις εκεί μέσα).


6.
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί (κι όταν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον πάλι νεκροί είμαστε).


7.
Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δυο (οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον ακόμα και τα βύσματα που μπήκαν στο δημόσιο με μέλλον και «επαναστατούν» επειδή τους κόψανε το επίδομα πλυσίματος χεριών, οι εραστές βρίσκουν άλλο ταίρι και ξεχνάνε το παρελθόν και οι ποιητές είναι ανήσυχοι για το αν θα εκδοθεί το βιβλίο τους).


8.
Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δε βρήκε πουθενά να καρφώσει (εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο που έδωσα όρκο ότι δε θα ξαναφάω σουβλάκι απ’ του Μπάμπη).


9.
Αχ, γυναίκες έρημες,
Πάντα γυρεύαμε το καλύτερο… (άντρα πλούσιο, όμορφο, ευαίσθητο, ρομαντικό, αλήτη, συμπονετικό, να μη νοιάζεται για τίποτα παρά μόνο για εμάς κτλ κτλ)
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες (άμα είσαι ζώο εκεί καταφεύγεις),
Τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε – τι να μάθουμε (ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ δε μαθαίνεις από τα μέντιουμ και να δω πότε θα τα κλείσουν επιτέλους φυλακή που κοροϊδεύουν κόσμο);
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες (γιατί είστε ευκολόπιστες, βαριέστε να βάζετε το μυαλό σας να δουλέψει και προτιμάτε άλλοι να το κάνουν για σας και ψάχνετε την εύκολη λύση)
Πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους… (δεν είναι ύποπτοι, ΕΝΟΧΟΙ είναι)
Λοιπόν πού πάμε; Από πού προερχόμαστε; (Πας στον τάφο! Προέρχεσαι από το μουνί της μάνας σου και το σπέρμα του πατέρα σου!)


10.
Για να γεννηθείς εσύ κι εγώ για να σε συναντήσω, γι’ αυτό έγινε ο κόσμος (ΟΧΙ! Ο κόσμος δεν έγινε για να συναντήσεις μια καριόλα, θα μπορούσες να είχες συναντήσει μια οποιαδήποτε άλλη, τυχαία ήταν η συνάντησή σας και σας παρακαλώ μη λέτε τέτοια γιατί γίνονται και τραγούδια, τα ακούνε οι γκόμενες και τα πιστεύουν!).



Αυτά γιατί βαρέθηκα, έχω ήδη ανοίξει τις μπυρίτσες μου, ακούω μουσικούλα και είμαι νιρβανιασμένος. Αλλά μη μου αγχώνεστε! Το μαγαζί διαθέτει και μελοποιημένη ποίηση: